ΓΓΚ (Αρχική) Νέα-Εκδηλώσεις Γνωμοδότηση της ΕΚΤ για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά

Γνωμοδότηση της ΕΚΤ για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά

Εκτύπωση

Ευρωπαϊκή Κεντρική ΤράπεζαΓνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.

 
[Κατεβάστε το σχετικό Δελτίο τύπου]
 
Η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή ανακοινώνει τα βασικά σημεία από την γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το σχέδιο νόμου αναφορικά με τη ρύθμιση οφειλών των υπερχρεωμένων νοικοκυριών.

Το Υπουργείο Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας έλαβε από την  Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την από 23.4.2010 γνώμη της επί του σχεδίου νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων.

 

 

 

Η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται το σχέδιο νόμου πράγματι ως «μέρος ενός ολοκληρωμένου νομικού πλαισίου απεριόριστης διάρκειας και γενικής εφαρμογής». Δεν αμφισβητεί την ορθότητα ή αναγκαιότητα εισαγωγής, κατά τα πρότυπα και άλλων κρατών μελών, διαδικασιών, σύμφωνα με τις οποίες να μπορούν «υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, που βρίσκονται σε αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα και άλλους πιστωτές, να επιδιώξουν την αποπληρωμή των εν λόγω οφειλών τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτές, εφόσον δεν διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία ή εφόσον τα εκάστοτε υφιστάμενα και τα προσδοκώμενα δεν επαρκούν για την παραπάνω αποπληρωμή».

Η ΕΚΤ περιορίζεται να εκφράσει τρεις γενικού χαρακτήρα παρατηρήσεις, που απηχούν άλλωστε την προσέγγιση και φιλοσοφία που ακολουθεί το σχέδιο νόμου για τη ρύθμιση οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων.

Πρώτον, «το νέο νομικό πλαίσιο θα  πρέπει να είναι σαφές ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που δημιουργεί και να λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες νομικές σχέσεις μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων – και υπό την ιδιότητά τους ως ενυπόθηκων δανειστών - και των οφειλετών τους, παρέχοντας έτσι ασφάλεια δικαίου». Το σχέδιο νόμου εμπεριέχει εκτενείς ρυθμίσεις που περιγράφουν με σαφήνεια τις προϋποθέσεις υπαγωγής, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών. Προς την κατεύθυνση όμως της μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου θα επιδιωχθεί ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια, όπως λ.χ. και στην κατά προτεραιότητα  ικανοποίηση των ενυπόθηκων δανειστών.

Δεύτερον, «οι εν λόγω ρυθμίσεις θα πρέπει να περιέχουν τα απαραίτητα εχέγγυα προκειμένου να αποτραπούν τυχόν επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα». Σε αυτή τη συνάρτηση η ΕΚΤ αναφέρει ότι «θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανή αλληλεπίδραση των ρυθμίσεων αυτών με τις λοιπές παρόμοιες νομοθετικές ρυθμίσεις που ήδη θέσπισε η ελληνική κυβέρνηση με σκοπό την αντιμετώπιση των τρεχουσών δυσμενών οικονομικών συνθηκών», και ειδικότερα το νόμο 3816/2010 για τη ρύθμιση οφειλών των επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς τα πιστωτικά ιδρύματα. Όμως, με την πάροδο της προθεσμίας για υπαγωγή στις ρυθμίσεις του τελευταίου αυτού νόμου (την 15.4.2010)  υπάρχει πλέον μια σαφής εικόνα και εμπειρική αποτίμηση των συνεπειών από την εφαρμογή του, που ουδόλως επιτρέπει  οποιαδήποτε σοβαρή επίκληση περί δυσμενών επιπτώσεων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.


Και τρίτον, «το προτεινόμενο πλαίσιο πρέπει να είναι σαφές ως προς την παροχή στους οφειλέτες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του των ορθών κινήτρων και να περιέχει επαρκή εχέγγυα  για την αποτροπή του ηθικού κινδύνου». Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι το σχέδιο νόμου εμπεριέχει ένα εκτενές πλέγμα ρυθμίσεων, που σκοπό και μέριμνα έχουν να αποτρέψουν τον κίνδυνο κατάχρησης  των διατάξεών του. Άλλωστε, οι βελτιώσεις που έγιναν και γίνονται προς αυτήν την κατεύθυνση υπερβαίνουν κατά πολύ τις προτάσεις που μέχρι σήμερα έχουν διατυπωθεί, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών.

Είναι σαφές ότι το σχέδιο νόμου επιτρέπει τη δυνατότητα απαλλαγής χρεών μόνο σε εκείνους που αποδεδειγμένα βρίσκονται σε μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής και δεν έχουν καμία προοπτική να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Προϋπόθεση για την απαλλαγή του οφειλέτη από μέρος των οφειλών είναι να εξαντλήσει τις δυνατότητες πληρωμής για μια περίοδο τεσσάρων ετών. Γι’ αυτό και ουσιαστικά ενθαρρύνει την αποπληρωμή απαιτήσεων, την ικανοποίηση των οποίων τα πιστωτικά ιδρύματα δυσχερώς θα μπορούσαν να επιτύχουν από τους συγκεκριμένους οφειλέτες. Και τούτο γιατί η πληρωμή δεν παραμένει σε αυτές τις περιπτώσεις στη διαιώνιση του χρέους, αλλά προσφέρει διέξοδο και προοπτική απεγκλωβισμού από την υπερχρέωση.
Με τη διατύπωση της γνώμης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ολοκληρώνεται πλέον μια μακρά περίοδος ενδελεχούς διαβούλευσης επί των προτεινόμενων ρυθμίσεων. Κοινή συνισταμένη  είναι η συμφωνία επί της αρχής όλων των συμμετασχόντων στη διαβούλευση φορέων. Το σχέδιο νόμου αντιμετωπίζει το μέγιστο πρόβλημα της υπερχρέωσης κατά τρόπο ουσιαστικό, σύγχρονο, θεσμικό, εναρμονισμένο με τις επιταγές ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου.

Το Υπουργείο Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ολοκληρώνει εντός των επομένων ημερών την τελική επεξεργασία του σχεδίου νόμου με βάση και τις τελευταίες παρατηρήσεις που έχουν διατυπωθεί και  ευθύς αμέσως θα κατατεθεί αυτό στη Βουλή για ψήφιση.