Η Ασφάλεια των προϊόντων γενικά

Εκτύπωση

Η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας είναι ο αρμόδιος φορέας για την εφαρμογή της γενικής υποχρέωσης περί ασφάλειας των προϊόντων εκτός των τροφίμων και ορισμένων άλλων προϊόντων για τα οποία βάσει της κείμενης νομοθεσίας έχει ορισθεί άλλη αρμόδια αρχή όπως αναλυτικά αναφέρεται στον παρακάτω πίνακα.

Κατηγορία Προϊόντος
Αρμόδιος Φορέας
Σχετική Νομοθεσία
Ασφάλεια παιχνιδιώνΓενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 1η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής ΠολιτικήςΚΥΑ Β.6342/863/89
(ΦΕΚ 223/Β/89), όπως τροποποιήθηκε με την ΚΥΑ 1/12/94 (ΦΕΚ 923/Β/94).
Υλικό χαμηλής τάσηςΓενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 4η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής ΠολιτικήςΚΥΑ 470/85
(ΦΕΚ 183/B/85),
ΚΥΑ Β.64671/608/88 (ΦΕΚ 214/Β/88),
ΚΥΑ 16717/5052/23-12-94
(ΦΕΚ 992/Β/94).
Ρευματοδότες, ρευματολήπτεςΓενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 4η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής ΠολιτικήςΥΑ 529/28-1-2000 (ΦΕΚ 67/Β/28-1-2000), όπως τροποποιήθηκε με την ΥΑ 4822/17-3-2000 (ΦΕΚ 352/Β/17-3-2000).
Απλά δοχεία πίεσης
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 3η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
ΚΥΑ 12479 Φ.17/414/91 (ΦΕΚ 431/Β/91),
ΚΥΑ 20769/6285/94
(ΦΕΚ 977/Β/94).
Δοχεία πίεσης
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 3η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
ΥΑ 14165/Φ17.4/373/93 (ΦΕΚ 673/Β/93).
Μεταλλικές σκαλωσιές
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 3η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
ΚΥΑ 16440/Φ.10.4/445/93 (ΦΕΚ 756/Β/93).
Νέοι λέβητες ζεστού νερού
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 3η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
Π.Δ. 335/93
(ΦΕΚ 143/Α/93), όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 59/95 (ΦΕΚ 46/Α/95).
Μηχανές
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 3η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
Π.Δ. 377/93
(ΦΕΚ 160/Α/93),
Π.Δ. 18/96 (ΦΕΚ 12/Α/96).
Μέσα ατομικής προστασίας
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 1η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
ΚΥΑ 4373/1205/93
(ΦΕΚ 187/Β/93),
ΚΥΑ 8881/94
(ΦΕΚ 450/Β/94),
ΚΥΑ Β.5261/190/97
(ΦΕΚ 113/Β/97).
Εξοπλισμοί σε εκρήξιμη ατμόσφαιρα
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 4η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
ΚΥΑ Β 17081/2964/96 (ΦΕΚ 157/Β/96).
Πλαστικοί σωλήνες
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 2η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
ΚΥΑ 14013/Φ32/ 327/28-7-1993 (ΦΕΚ 597/Β/9-8-1993).
ΚΥΑ 10347/Φ32/ 176/8-6-1993 (ΦΕΚ 432/Β/14-6-1993).
Προϊόντα δομικών κατασκευών
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 2η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
Π.Δ. 334/94 (ΦΕΚ 176/Α/94).
Σκάφη αναψυχής

- Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 3η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής

- Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας

ΚΥΑ 4841/Φ7Β/52/97
(ΦΕΚ 111/Β/97).
Ανελκυστήρες
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / Δ/νση Υποστήριξης Βιομηχανίας
ΚΥΑ Φ9.2/38203/1308/97 (ΦΕΚ 815/Β/97).
Εξοπλισμοί υπό πίεση
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 3η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
ΚΥΑ 16289/330/99
(ΦΕΚ 987/Β/99).
Εκρηκτικά
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 2η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
Π.Δ. 455/95 (ΦΕΚ 268/Α/95).
Ατμολέβητες
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 3η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
Β.Δ. 277/63 (ΦΕΚ 65/Α/63).
Εγκαταστάσεις αποθήκευσης υγρών καυσίμων

Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών

Υπουργείο Ανάπτυξης

Π.Δ. 44/87
ΦΕΚ 15/Α/87.
Μεταφερόμενος εξοπλισμός υπό πίεση
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 3η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
ΚΥΑ 14132/618/2001
(ΦΕΚ 1626/Β/06-12-2001).
Ανυψωτικά
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 3η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
ΚΥΑ 15085/593/2003
(ΦΕΚ 1186/Β/25-08-2003).
Συσκευές αερίου
Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας / 3η Δ/νση Κλαδικής Βιομηχανικής Πολιτικής
ΚΥΑ 15233/91
(ΦΕΚ 487/Β/91),
ΚΥΑ Β 3380/737/95
(ΦΕΚ 134/Β/95).
Βιοκτόνα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
Π.Δ. 205/2001
(ΦΕΚ/Α/160/2001).
Αποσμητικά χώρου
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
ΥΑ Υ1/1880/2001
(ΦΕΚ Β 1018).
Προϊόντα κατά του καπνίσματος ή απωθητικά του καπνίσματος
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
Υ3δ/515/1994
(ΦΕΚ Β 137).
Καλλυντικά προϊόντα
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
ΚΥΑ Υ6α/οικ.3320/1997 (ΦΕΚ Β 329).
Απολυμαντικά
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
Υ1β/οικ./7723/1994
(ΦΕΚ Β´961).
Χημικές ουσίες
Γενικό Χημείο του Κράτους
ΚΥΑ 378/1994
(ΦΕΚ 705/Β/20.9.1994).
Χημικά παρασκευάσματα
Γενικό Χημείο του Κράτους
ΥΑ 265/2002
(ΦΕΚ 1214/Β/19.9.2002).
Πρώτες ύλες & βιομηχανικά προϊόντα
Γενικό Χημείο του Κράτους
Ν.4328/1929
(ΦΕΚ 272/Α/1929).
Ν.2343.1995
(ΦΕΚ 211/Α/1995)
Αντικείμενα κοινής χρήσης
Γενικό Χημείο του Κράτους
Ν. 4328/1929
(ΦΕΚ 272/Α/1929),
Ν.2343/1995
(ΦΕΚ 211/Α/1995).
Παιδότοποι (κλειστού χώρου)
Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας / Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης
ΚΥΑ 38847
(ΦΕΚ Β'/1354/23-9-2003).
Οχήματα, ανταλλακτικά οχημάτων
Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών
 
Κεριά

- Γενικό Χημείο του Κράτους

- Υπουργείο Ανάπτυξης, Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, Δ/νση Τεχνικού Ελέγχου

Ως προς την αξιολόγηση της ασφάλειας των κεριών ισχύουν οι βασικές αρχές της Κοινής Υπουργικής Απόφασης ΚΥΑ Φ1-503/1995 (ΦΕΚ98Β’/19-2-1996) για την Γενική Ασφάλεια των Προϊόντων όπως συμπληρώθηκε με την οδηγία 2001/95/ΕΚ "Γενική Ασφάλεια των προϊόντων".
Ως προς την ποιότητα ισχύει την απόφαση του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου ΑΧΣ837/90 (ΦΕΚ360/Β/28.5.91).

 

Η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας αποτελεί επίσης σημείο επαφής των αρμοδίων αρχών της χώρας μας με τις αντίστοιχες αρχές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα πλαίσια του Συστήματος Ταχείας Ανταλλαγής Πληροφοριών για μη ασφαλή προϊόντα (RAPEX) για μη ασφαλή προϊόντα πλην τροφίμων, για τα οποία ελήφθησαν περιοριστικά μέτρα και αποσύρθηκαν από την αγορά είτε με εντολή των αρχών είτε εθελούσια από τους ίδιους τους παραγωγούς.

Ασφαλές θεωρείται κάθε προϊόν το οποίο, υπό τις συνήθεις ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας χρήσης, και στις περιπτώσεις που είναι εφαρμόσιμο, της θέσης σε λειτουργία, της εγκατάστασης και των αναγκών της συντήρησης, δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο ή μόνον ελάχιστους κινδύνους που συμβιβάζονται με τη χρήση του προϊόντος και οι οποίοι θεωρούνται αποδεκτοί και συμβατοί προς ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των ακόλουθων σημείων:

  1. των χαρακτηριστικών του προϊόντος, και ιδίως της σύνθεσής του, της συσκευασίας, των οδηγιών συναρμολόγησης, και, στην περίπτωση προϊόντος που είναι εφαρμόσιμο, της εγκατάστασης και συντήρησής του
  2. της επίδρασης που έχει το προϊόν αυτό σε άλλα, όταν είναι ευλόγως δυνατόν να προβλεφθεί ότι το προϊόν αυτό θα χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα προϊόντα·
  3. της παρουσίασης του προϊόντος, της επισήμανσής του, των προειδοποιήσεων και των οδηγιών χρήσης και διάθεσής του, καθώς και κάθε άλλης οδηγίας ή πληροφορίας σχετικής με το προϊόν
  4. των κατηγοριών καταναλωτών που εκτίθενται σε κίνδυνο λόγω της χρησιμοποίησης του προϊόντος, ιδίως των παιδιών και των ηλικιωμένων.


Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία οι παραγωγοί πρέπει να διαθέτουν στην αγορά μόνο ασφαλή προϊόντα.

Πρέπει επίσης να παρέχουν στον καταναλωτή τις κατάλληλες πληροφορίες στην Ελληνική γλώσσα που θα του επιτρέψουν να αξιολογήσει και να προφυλάσσεται από τους εγγενείς κινδύνους που παρουσιάζει το προϊόν, κατά τη διάρκεια της συνήθους ή ευλόγως προβλέψιμης χρήσης του, εφόσον οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι αμέσως αντιληπτοί χωρίς κατάλληλη προειδοποίηση.

Επίσης, οι παραγωγοί οφείλουν να είναι ενήμεροι για τους κινδύνους που πιθανώς παρουσιάζουν τα προϊόντα που διαθέτουν στην αγορά και να αναλαμβάνουν τις κατάλληλες ενέργειες, συμπεριλαμβανόμενης, αν είναι αναγκαίο για την πρόληψη των κινδύνων αυτών, της απόσυρσης από την αγορά, της επαρκούς και αποτελεσματικής προειδοποίησης των καταναλωτών ή της ανάκλησης από τους καταναλωτές.

"Εθελοντικός οδηγός", με παραδείγματα μεθόδων εκτίμησης και αξιολόγησης κινδύνου, προκειμένου οι εταιρίες να αποφασίσουν εάν πρόκειται να λάβουν κάποια διορθωτική ενέργεια, έχει εκδοθεί από τον Ιούνιο του 2004, με την υποστήριξη επιδότησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Υγείας και Προστασίας Καταναλωτή. Ο οδηγός αυτός δίνει συμβουλές στους παραγωγούς/ διανομείς για την πραγματοποίηση διορθωτικών ενεργειών, συμπεριλαμβανομένων των ανακλήσεων, και περιέχει παραδείγματα σωστών ανακοινώσεων στον τύπο διορθωτικής ενέργειας.

Οι διανομείς υποχρεούνται να ενεργούν επιμελώς ώστε να συμβάλλουν στην τήρηση των εφαρμοστέων απαιτήσεων ασφάλειας, ιδίως με το να μην προμηθεύουν προϊόντα, για τα οποία γνωρίζουν ή για τα οποία έπρεπε να γνωρίζουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν στην κατοχή τους και της επαγγελματικής τους πείρας, ότι δεν συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις αυτές.

Επισημαίνεται ότι «Παραγωγός» κατά την έννοια της οδηγίας για τη γενική ασφάλεια προϊόντων είναι:

  1. ο κατασκευαστής του προϊόντος, όταν είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα, και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εμφανίζεται ως κατασκευαστής, αναγράφοντας στο προϊόν το όνομά του, το εμπορικό του σήμα ή οποιοδήποτε άλλο διακριτικό σήμα, ή το πρόσωπο που ανακαινίζει ή ανακατασκευάζει το προϊόν,
  2. ο αντιπρόσωπος του κατασκευαστή, εφόσον ο κατασκευαστής δεν είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα, ή ελλείψει αντιπροσώπου εγκατεστημένου στην Κοινότητα, ο εισαγωγέας του προϊόντος,
  3. οι άλλοι επαγγελματίες στην αλυσίδα του εφοδιασμού, εφόσον οι δραστηριότητές τους μπορούν να επηρεάσουν τα χαρακτηριστικά ασφαλείας του προϊόντος.


Η βασική αρχή περί Γενικής Ασφάλειας Προϊόντων έχει θεσπιστεί με τα πιο κάτω νομοθετήματα:


α) Άρθρο 7 του Ν. 2251/1994 «Προστασία των καταναλωτών» (ΦΕΚ 191/Α/94) όπως αυτός έχει τροποποιηθεί και ισχύει.

β) Κοινή Υπουργική Απόφαση Ζ3-2810/14-12-2004 (ΦΕΚ 1885/Β/20-12-2004) για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων που αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οριζόντιας οδηγίας 2001/95/ΕΚ. Η νέα ΚΥΑ, που αντικατέστησε την Φ1-503/1995 με την οποία είχε γίνει μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ, έχει τεθεί σε ισχύ από τις 20 Δεκεμβρίου 2004 και επιβάλλει επιπλέον στους παραγωγούς και διακινητές να γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές προκαταρκτικές πληροφορίες με ένα δυνητικό κίνδυνο ενός προϊόντος, αμέσως μόλις λάβουν γνώση του κινδύνου αυτού, καθώς και τα μέτρα που λαμβάνουν για την αποτροπή κινδύνων σε περίπτωση που διαθέσουν στην αγορά μη ασφαλή προϊόντα.

Η κοινοποίηση επικίνδυνων καταναλωτικών προϊόντων στις αρμόδιες αρχές εκ μέρους των παραγωγών και των διανομέων θα γίνεται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές, όπως αυτές εκδόθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2004 SG-Greffe(2004)D/205758/14.12.2004.

Ο έλεγχος της ασφάλειας των καταναλωτικών προϊόντων πλην τροφίμων και προϊόντων για τα οποία υπάρχει ειδική νομοθεσία διενεργείται από τις αρμόδιες αρχές δια των Υπηρεσιών τους ή/ και των αντιστοίχων Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ορίζεται από αυτές, με την συνδρομή των κατά περίπτωση εργαστηρίων. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να λαμβάνουν τα εξής, μεταξύ άλλων, μέτρα ανάλογα με την περίπτωση:

α) Για κάθε προϊόν:

  1. τη διοργάνωση, έστω και μετά τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά ως ασφαλούς, κατάλληλων ελέγχων των χαρακτηριστικών ασφαλείας του προϊόντος σε επαρκή κλίμακα, μέχρι το τελευταίο στάδιο της χρήσης ή της κατανάλωσής του,
  2. την απαίτηση όλων των αναγκαίων πληροφοριών από τα ενδιαφερόμενα μέρη,
  3. τη λήψη δειγμάτων προϊόντων για να υποβληθούν σε εξετάσεις ασφαλείας.

β) Για κάθε προϊόν που ενδέχεται να παρουσιάσει κινδύνους υπό ορισμένες προϋποθέσεις:

  1. την απαίτηση να φέρει τις ενδεδειγμένες προειδοποιήσεις όσον αφορά τους κινδύνους που ενδέχεται να παρουσιάσει, διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και ευκόλως κατανοητό στην ελληνική γλώσσα,
  2. την υπαγωγή της εμπορίας του σε συνθήκες ώστε να καθίσταται ασφαλές.


γ) Για κάθε προϊόν που ενδέχεται να παρουσιάσει κινδύνους για ορισμένα άτομα την εντολή να προειδοποιούνται εγκαίρως τα άτομα αυτά για τον κίνδυνο με τον κατάλληλο τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της δημοσίευσης ειδικών προειδοποιήσεων.

δ) Για κάθε προϊόν το οποίο ενδέχεται να είναι επικίνδυνο, την προσωρινή απαγόρευση της διάθεσης στην αγορά, της πρότασης προς διάθεση ή της έκθεσης του προϊόντος, για την περίοδο που απαιτείται για τους διάφορους ελέγχους, εξακριβώσεις ή εκτιμήσεις της ασφάλειας.

ε) Για κάθε επικίνδυνο προϊόν, την απαγόρευση της εμπορίας του προϊόντος και τη θέσπιση των απαραίτητων συνοδευτικών μέτρων για να εξασφαλιστεί η τήρηση της απαγόρευσης αυτής.

στ) Για κάθε επικίνδυνο προϊόν που ήδη κυκλοφορεί στην αγορά:

  1. την εντολή ή τη διοργάνωση της αποτελεσματικής και άμεσης απόσυρσης του προϊόντος, και της προειδοποίησης των καταναλωτών για τους κινδύνους που παρουσιάζει,
  2. την εντολή ή το συντονισμό ή, ενδεχομένως, τη διοργάνωση με τους παραγωγούς και διανομείς, της ανάκλησής του από τους καταναλωτές και της καταστροφής του υπό τις κατάλληλες συνθήκες.